«Το μέλλον ανήκει σε αυτούς που πιστεύουν στην ομορφιά των ονείρων τους.» Ελιονορ Ρούσβελτ

Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2012

24/10/1963: Η Σουηδική Ακαδημία τιμά τον Γιώργο Σεφέρη με το Νόμπελ Λογοτεχνίας

H ομιλία του Γιώργου Σεφέρη, λόγω της βράβευσής του με το βραβείο Νόμπελ, στις 24 Οκτωβρίου 1963.

Τούτη την ώρα αισθάνομαι πως είμαι ο ίδιος μια αντίφαση. Αλήθεια, η Σουηδική Ακαδημία, έκρινε πως η προσπάθειά μου σε μια γλώσσα περιλάλητη επί αιώνες, αλλά στην παρούσα μορφή της περιορισμένη, άξιζε αυτή την υψηλή διάκριση. Θέλησε να τιμήσει τη γλώσσα μου, και να – εκφράζω τώρα τις ευχαριστίες μου σε ξένη γλώσσα. Σας παρακαλώ να μου δώσετε τη συγνώμη που ζητώ πρώτα –πρώτα από τον εαυτό μου.
Ανήκω σε μια χώρα μικρή. Ένα πέτρινο ακρωτήρι στη Μεσόγειο, που δεν έχει άλλο αγαθό παρά τον αγώνα του λαού, τη θάλασσα, και το φως του ήλιου. Είναι μικρός ο τόπος μας, αλλά η παράδοσή του είναι τεράστια και το πράγμα που τη χαρακτηρίζει είναι ότι μας παραδόθηκε χωρίς διακοπή. Η ελληνική γλώσσα δεν έπαψε ποτέ της να μιλιέται. Δέχτηκε τις αλλοιώσεις που δέχεται καθετί ζωντανό, αλλά δεν παρουσιάζει κανένα χάσμα. Άλλο χαρακτηριστικό αυτής της παράδοσης είναι η αγάπη της για την ανθρωπιά, κανόνας της είναι η δικαιοσύνη.
Όσο για μένα συγκινούμαι παρατηρώντας πως η συνείδηση της δικαιοσύνης είχε τόσο πολύ διαποτίσει την ελληνική ψυχή, ώστε να γίνει κανόνας του φυσικού κόσμου. Και ένας από τους διδασκάλους μου, των αρχών του περασμένου αιώνα, γράφει: «… θα χαθούμε γιατί αδικήσαμε …». Αυτός ο άνθρωπος ήταν αγράμματος. είχε μάθει να γράφει στα τριάντα πέντε χρόνια της ηλικίας του. Αλλά στην Ελλάδα των ημερών μας, η προφορική παράδοση πηγαίνει μακριά στα περασμένα όσο και η γραπτή. Το ίδιο και η ποίηση. Είναι για μένα σημαντικό το γεγονός ότι η Σουηδία θέλησε να τιμήσει και τούτη την ποίηση και όλη την ποίηση γενικά, ακόμη και όταν αναβρύζει ανάμεσα σ’ ένα λαό περιορισμένο. Γιατί πιστεύω πως τούτος ο σύγχρονος κόσμος όπου ζούμε, ο τυραννισμένος από το φόβο και την ανησυχία, τη χρειάζεται την ποίηση. Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα – και τι θα γινόμασταν αν η πνοή μας λιγόστευε; Είναι μια πράξη εμπιστοσύνης – κι ένας Θεός το ξέρει αν τα δεινά μας δεν τα χρωστάμε στη στέρηση εμπιστοσύνης.
Παρατήρησαν, τον περασμένο χρόνο γύρω από τούτο το τραπέζι, την πολύ μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις ανακαλύψεις της σύγχρονης επιστήμης και στη λογοτεχνία. Παρατήρησαν πως ανάμεσα σ’ ένα αρχαίο ελληνικό δράμα κι ένα σημερινό, η διαφορά είναι λίγη. Ναι, η συμπεριφορά του ανθρώπου δε μοιάζει να έχει αλλάξει βασικά. Και πρέπει να προσθέσω πως νιώθει πάντα την ανάγκη ν’ ακούσει τούτη την ανθρώπινη φωνή που ονομάζουμε ποίηση. Αυτή η φωνή που κινδυνεύει να σβήσει κάθε στιγμή από στέρηση αγάπης και ολοένα ξαναγεννιέται. Κυνηγημένη, ξέρει πού να βρει καταφύγιο, απαρνημένη, έχει το ένστικτο να πάει να ριζώσει στους πιο απροσδόκητους τόπους. Γι’ αυτή δεν υπάρχουν μεγάλα και μικρά μέρη του κόσμου. Το βασίλειό της είναι στις καρδιές όλων των ανθρώπων της γης. Έχει τη χάρη ν αποφεύγει πάντα τη συνήθεια, αυτή τη βιομηχανία. Χρωστώ την ευγνωμοσύνη μου στη Σουηδική Ακαδημία που ένιωσε αυτά τα πράγματα, που ένιωσε πως οι γλώσσες, οι λεγόμενες περιορισμένης χρήσης, δεν πρέπει να καταντούν φράχτες όπου πνίγεται ο παλμός της ανθρώπινης καρδιάς, που έγινε ένας Άρειος Πάγος ικανός: να κρίνει με αλήθεια επίσημη την άδικη μοίρα της ζωής, για να θυμηθώ τον Σέλλεϋ, τον εμπνευστή, καθώς μας λένε, του Αλφρέδου Νομπέλ, αυτού του ανθρώπου που μπόρεσε να εξαγοράσει την αναπόφευκτη βία με τη μεγαλοσύνη της καρδιάς του.
Σ’ αυτό τον κόσμο, που ολοένα στενεύει, ο καθένας μας χρειάζεται όλους τους άλλους. Πρέπει ν’ αναζητήσουμε τον άνθρωπο, όπου και να βρίσκεται.
Όταν στο δρόμο της Θήβας, ο Οιδίπους συνάντησε τη Σφίγγα, κι αυτή του έθεσε το αίνιγμά της, η απόκρισή του ήταν: ο άνθρωπος. Τούτη η απλή λέξη χάλασε το τέρας. Έχουμε πολλά τέρατα να καταστρέψουμε. Ας συλλογιστούμε την απόκριση του Οιδίποδα.
.....................................................................................
Ἐπὶ σκηνῆς

Ἡ θάλασσα- πῶς ἔγινε ἔτσι ἡ θάλασσα;
Ἄργησα χρόνια στὰ βουνὰ-
μὲ τύφλωσαν οἱ πυγολαμπίδες.
Τώρα σὲ τοῦτο τ᾿ ἀκρογιάλι περιμένω
ν᾿ ἀράξει ἕνας ἄνθρωπος
ἕνα ὑπόλειμμα, μιὰ σχεδία.
Μὰ μπορεῖ νὰ κακοφορμίσει ἡ θάλασσα;
Ἕνα δελφίνι τὴν ἔσκισε μία φορὰ
κι ἀκόμη μιὰ φορὰ
ἡ ἄκρη τοῦ φτεροῦ ἑνὸς γλάρου.
Κι ὅμως ἦταν γλυκὸ τὸ κύμα
ὅπου ἔπεφτα παιδὶ καὶ κολυμποῦσα
κι ἀκόμη σὰν ἤμουν παλικάρι
καθὼς ἔψαχνα σχήματα στὰ βότσαλα,
γυρεύοντας ρυθμούς,
μοῦ μίλησε ὁ Θαλασσινὸς Γέρος:
«Ἐγὼ εἶμαι ὁ τόπος σοὺ
ἴσως νὰ μὴν εἶμαι κανεὶς
ἀλλὰ μπορῶ νὰ γίνω αὐτὸ ποὺ θέλεις»
.

Πάνω σ᾿ ἕναν ξένο στίχο

Εὐτυχισμένος ποὺ ἔκανε τὸ ταξίδι τοῦ Ὀδυσσέα.
Εὐτυχισμένος ἂν στὸ ξεκίνημα, ἔνιωθε γερὴ τὴν ἁρμα-
τωσιὰ μιᾶς ἀγάπης, ἁπλωμένη μέσα στὸ κορμί του,
σὰν τὶς φλέβες ὅπου βουίζει τὸ αἷμα.
Μιᾶς ἀγάπης μὲ ἀκατέλυτο ρυθμό, ἀκατανίκητης σάν τὴ
μουσικὴ καὶ παντοτινῆς
γιατὶ γεννήθηκε ὅταν γεννηθήκαμε καὶ σὰν πεθαίνουμε,
ἂν πεθαίνει, δὲν τὸ ξέρουμε οὔτε ἐμεῖς οὔτε ἄλλος
κανείς.
Παρακαλῶ τὸ θεὸ νὰ μὲ συντρέξει νὰ πῶ, σὲ μιὰ στιγμὴ
μεγάλης εὐδαιμονίας, ποιὰ εἶναι αὐτὴ ἡ ἀγάπη·
κάθομαι κάποτε τριγυρισμένος ἀπὸ τὴν ξενιτιά, κι ἀκούω
τὸ μακρινὸ βούισμά της, σὰν τὸν ἀχὸ τῆς θάλασσας
ποὺ ἔσμιξε μὲ τὸ ἀνεξήγητο δρολάπι.
Καὶ παρουσιάζεται μπροστά μου, πάλι καὶ πάλι, τὸ φάν-
τασμα τοῦ Ὀδυσσέα, μὲ μάτια κοκκινισμένα ἀπὸ τοῦ
κυμάτου τὴν ἁρμύρα
κι ἀπὸ τὸ μεστωμένο πόθο νὰ ξαναδεῖ τὸν καπνὸ ποὺ
βγαίνει ἀπὸ τὴ ζεστασιὰ τοῦ σπιτιοῦ του καὶ τὸ σκυλί
του ποὺ γέρασε προσμένοντας στὴ θύρα.
Στέκεται μεγάλος, ψιθυρίζοντας ἀνάμεσα στ᾿ ἀσπρισμένα
του γένια, λόγια τῆς γλώσσας μας, ὅπως τὴ μιλοῦσαν
πρὶν τρεῖς χιλιάδες χρόνια.
Ἁπλώνει μία παλάμη ροζιασμένη ἀπὸ τὰ σκοινιὰ καὶ τὸ
δοιάκι, μὲ δέρμα δουλεμένο ἀπὸ τὸ ξεροβόρι ἀπὸ τὴν
κάψα κι ἀπὸ τὰ χιόνια.
Θἄ ῾λεγες πὼς θέλει νὰ διώξει τὸν ὑπεράνθρωπο Κύκλωπα
ποὺ βλέπει μ᾿ ἕνα μάτι, τὶς Σειρῆνες ποὺ σὰν τὶς ἀ-
κούσεις ξεχνᾶς, τὴ Σκύλλα καὶ τὴ Χάρυβδη ἀπ᾿ ἀνά-
μεσό μας·
τόσο περίπλοκα τέρατα, ποὺ δὲν μᾶς ἀφήνουν νὰ στοχα-
στοῦμε πὼς ἦταν κι αὐτὸς ἕνας ἄνθρωπος ποὺ πά-
λεψε μέσα στὸν κόσμο, μὲ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα.
Εἶναι ὁ μεγάλος Ὀδυσσέας· ἐκεῖνος ποὺ εἶπε νὰ γίνει τὸ
ξύλινο ἄλογο καὶ οἱ Ἀχαιοὶ κερδίσανε τὴν Τροία.
Φαντάζομαι πῶς ἔρχεται νὰ μ᾿ ἀρμηνέψει πῶς νὰ φτιάξω
κι ἐγὼ ἕνα ξύλινο ἄλογο γιὰ νὰ κερδίσω τὴ δική μου
Τροία.
Γιατὶ μιλᾶ ταπεινὰ καὶ μὲ γαλήνη, χωρὶς προσπάθεια,
λὲς μὲ γνωρίζει σὰν πατέρας
εἴτε σὰν κάτι γέρους θαλασσινούς, ποὺ ἀκουμπισμένοι στὰ
δίχτυα τους, τὴν ὥρα ποὺ χειμώνιαζε καὶ θύμωνε ὁ
ἀγέρας,
μοῦ λέγανε, στὰ παιδικά μου χρόνια, τὸ τραγούδι τοῦ
Ἐρωτόκριτου, μὲ τὰ δάκρυα στὰ μάτια·
τότες ποὺ τρόμαζα μέσα στὸν ὕπνο μου ἀκούγοντας τὴν
ἀντίδικη μοίρα τῆς Ἀρετῆς νὰ κατεβαίνει τὰ μαρμα-
ρένια σκαλοπάτια.
Μοῦ λέει τὸ δύσκολο πόνο νὰ νιώθεις τὰ πανιὰ τοῦ καρα-
βιοῦ σου φουσκωμένα ἀπὸ τὴ θύμηση καὶ τὴν ψυχή
σου νὰ γίνεται τιμόνι.
Καὶ νἄ ῾σαι μόνος, σκοτεινὸς μέσα στὴ νύχτα καὶ ἀκυβέρ-
νητος σὰν τ᾿ ἄχερο στ᾿ ἁλώνι.
Τὴν πίκρα νὰ βλέπεις τοὺς συντρόφους σου καταποντι-
σμένους μέσα στὰ στοιχεῖα, σκορπισμένους: ἕναν-
ἕναν.
Καὶ πόσο παράξενα ἀντρειεύεσαι μιλώντας μὲ τοὺς πεθα-
μένους, ὅταν δὲ φτάνουν πιὰ οἱ ζωντανοὶ ποὺ σοῦ
ἀπομέναν.
Μιλᾶ... βλέπω ἀκόμη τὰ χέρια του ποὺ ξέραν νὰ δοκιμά-
σουν ἂν ἦταν καλὰ σκαλισμένη στὴν πλώρη ἡ γορ-
γόνα
νὰ μοῦ χαρίζουν τὴν ἀκύμαντη γαλάζια θάλασσα μέσα
στὴν καρδιὰ τοῦ χειμῶνα.

Λίγο ἀκόμα

Λίγο ἀκόμα θὰ ἰδοῦμε
τὶς ἀμυγδαλιὲς ν᾿ ἀνθίζουν.
Λίγο ἀκόμα θὰ ἰδοῦμε
τὰ μάρμαρα νὰ λάμπουν,
νὰ λάμπουν στὸν ἥλιο
κι ἡ θάλασσα νὰ κυματίζει.
Λίγο ἀκόμα, νὰ σηκωθοῦμε
λίγο ψηλότερα.

Πρώτη θέση για την ισότητα

24/10/2005 Πεθαίνει η Ρόζα Παρκς- Η γυναίκα- σύμβολο στον αγώνα κατά του ρατσισμού στις ΗΠΑ
«Οι άνθρωποι λένε ότι δεν παραχώρησα την θέση μου γιατί ήμουν κουρασμένη, δεν είναι αλήθεια. Δεν ήμουν σωματικά κουρασμένη ή περισσότερο κουρασμένη από μια συνηθισμένη μέρα. Όχι, η μόνη κούραση ήταν αυτή του να υποχωρώ.»
Κάποιοι την γνωρίζουν, οι περισσότεροι όμως ίσως απλά να έχουν ακούσει το όνομά της... Ρόζα Παρκς, η Αφροαμερικανή ράφτρα που αρνήθηκε να σηκωθεί και να δώσει την θέση της σε ένα λευκό όπως απαιτούσε ο νόμος περί φυλετικού διαχωρισμού στην Αμερική και έτσι, έγινε με μια της κίνηση σύμβολο του αντιρατσιστικού κινήματος στην Αμερική και σύμβολο αντίστασης όλης της Αφροαμερικανικής κοινότητας.
Η Αμερική του ρατσισμού: Η Παρκς μεγάλωσε σε έναν κόσμο διαχωρισμένο, όπου υπήρχε ο κόσμος των λευκών και ο κόσμος των μαύρων. Στον Αμερικανικό Νότο ο νόμος περί φυλετικού διαχωρισμού ήταν φανερός σε όλες τις πτυχές της ζωής, από τα λεωφορεία ως τα τρένα, τα σχολεία και τα μπαρ, οι νόμοι καθόριζαν διαφορετικά καθίσματα, βαγόνια και χώρους εστιάσης για τους λευκούς και διαφορετικά για τους μαύρους.
Γεννημένη στις 4 Φεβρουαρίου του 1913 στην Αλαμπάμα η Ρόζα βίωσε από μικρή τον κοινωνικό και τον φυλετικό ρατσισμό. Όταν τα λευκά παιδιά πηγαίνανε στο σχολείο με το λεωφορείο, τα παιδιά των έγχρωμων πηγαίνανε με τα πόδια «Έβλεπα κάθε μέρα το λεωφορείο να περνά δίπλα μου…αλλά δεν είχα άλλη επιλογή από το να το δεχτώ. Ήταν τότε που πρωτοκατάλαβα ότι υπάρχει ο κόσμος των λευκών και ο κόσμος ο δικός μας». Η Ρόζα παντρεύτηκε, μετακόμισε στο Μοντογκόμερυ και δούλευε σαν μοδίστρα, ενώ ήταν εθελοντικό μέλος της οργάνωσης ΝΑΑCP (National Association for the Advancement of Colored People) για τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Την 1η Δεκεμβρίου του 1955, μετά από μια μέρα δουλειάς, η Ρόζα επιβιβάζεται στο λεωφορείο. Στα λεωφορεία του Μοντγκόμερυ οι έγχρωμοι έπρεπε να κάθονται στις πίσω σειρές που προορίζονταν μόνο για αυτούς, ενώ μπορούσαν να κάτσουν και σε κάποιες θέσεις στην μέση από τις οποίες έπρεπε να σηκωθούν αν στο λεοφωρείο υπήρχε όρθιος λευκός. Επιπλέον οι έγχρωμοι ήταν αναγκασμένοι να μπαίνουν από την μπροστινή πόρτα, ώστε να επικυρώνουν το εισιτήριό του,ς και έπειτα να κατεβαίνουν και να επιβιβάζονται από την πίσω πόρτα, ώστε να μην περνούν μπροστά από τους λευκούς. «Την πρώτη φορά που ανέβηκα σε λεοφωρείο, μια βροχερή μέρα του 43, ο οδηγός απαίτησε να κατέβω και να μπώ από την πίσω πόρτα Καθώς έβγαινα μου έπεσε το πορτοφόλι, κοντοστάθηκα στις θέσεις που προορίζονταν για τους λευκούς και τότε ο οδηγός εξοργίστηκε και με κατέβασε».
Η αρχή της αλλαγής: Εκείνη λοιπόν την μέρα του Δεκεμβρίου, η 42χρονη Ρόζα κάθισε στην πρώτη σειρά που προορίζονταν για τους έγχρωμους πολίτες. Όταν το λεωφορείο γέμισε και 4 λευκοί ήταν όρθιοι, ο οδηγός απαίτησε να αδειάσει η πρώτη σειρά που προοριζόταν για τους έγχρωμους. Η Ρόζα ήταν η μόνη που αρνήθηκε να σηκωθεί. «Γιατί δεν σηκώνεσαι; Δεν νόμιζω ότι πρέπει να σηκωθώ. Άμα δεν σηκωθείς θα αναγκαστώ να φωνάξω την αστυνομία. Τότε να το κάνετε.» Και ο οδηγός Τζέιμς Μπλέικ, ο ίδιος που το 43 την είχε αφήσει στην βροχή, κάλεσε την αστυνομία όπου και την συνέλαβε.
Μετά την αποφυλάκισή της, στις 5 Δεκεμβρίου, αποφασίστηκε να διεξαχθεί μποϊκοτάζ στα λεωφορεία του Μοντγκόμερυ με επικεφαλής την οργάνωση Montgomery Improvement Association (MIA) και τον άγνωστο μέχρι τότε Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, πάστορα εκκλησίας της πόλης. Οι περισσότεροι μαύροι της περιοχής το διάστημα αυτό πήγαιναν στις δουλείες τους και γενικότερα μετακινούνταν είτε με ιδιωτικά αυτοκίνητα, είτε με κάρα και ποδήλατα, είτε με τα πόδια. Επίσης οι μαύροι ταξιτζήδες χρέωναν την κούρσα μόλις 10 σεντς, όσο δηλαδή κόστιζε το εισιτήριο στα λεωφορεία. Όταν αυτό έγινε γνωστό, οι αρχές της πόλης αποφάσισαν να επιβάλλονται πρόστιμα σε όσους χρέωναν την κούρσα λιγότερο από 45 σεντς.
Η συνέχιση του μποϊκοτάζ και η μεγάλη συμμετοχή σε αυτό είχε ως συνέπεια και την αύξηση της συμμετοχής λευκών κατοίκων της πόλης, που ήταν αντίθετοι στην κατάργηση του φυλετικού διαχωρισμού ή πλήττονταν οικονομικά από το μποϊκοτάζ, στο White Citizen's Council. Άτομα που συμμετείχαν στο μποϋκοτάζ έγιναν πολλές φορές στόχος επιθέσεων. Εμπρηστικές επιθέσεις έγιναν και εναντίον των σπιτιών των Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και Ralph Abernathy`s αλλά και εναντίον τεσσάρων εκκλησιών της μαύρης κοινότητας του Μοντγκόμερυ.
Κατά τη διάρκεια του μποϊκοτάζ συνελήφθησαν για παρακώληση συγκοινωνιών 156 άτομα μεταξύ των οποίων και ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Καταδικάστηκε σε πρόστιμο 500$ ή φυλάκιση 386 ημερών. Τελικά έμεινε στη φυλακή δύο εβδομάδες. Ύστερα από το μποϊκοτάζ που κράτησε περισσότερο 381 μέρες, και έφερε τις εταιρείες μεταφορών στα όρια της καταστροφής καθώς το 75% αυτών που χρησιμοποίούσαν λεοφωρεία ήταν έγχρωμοι, το Νοέμβριο του 1956 το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ κήρυξε αντισυνταγματικό το νόμο για το φυλετικό διαχωρισμό. Ήταν η πρώτη νίκη του κινήματος για τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα των έγχρωμων πολιτών στην Αμερική ως την ιστορική ομιλία του Κινγκ «Έχω ένα όνειρο» ως την ιστορική νίκη.
Παρόλους τους αγώνες στους οποίους πρωτοστάτησε η Παρκς, αν και αργότερα διαχωρήστηκε από τον Μαρτιν Λούθερ Κινγκ, η ίδια συνέχισε να περνά δυσκολα. Λόγω της δράσης της απολύθηκε από την δουλειά της, το ίδιο και ο άνδρας της, και αναγκάστηκε να μετακομίσει πολλές φορές και να κάνει πολλές και διαφορετικές δουλειές.
Πέθανε το 2005 σε ηλικία 92 χρονών και ήταν η πρώτη γυναίκα που η σωρός της εκτέθηκε στο Καπιτώλιο σε δημόσιο προσκύνημα. Δεν σταμάτησε ποτέ να αγωνίζεται...

Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2012

Σαν σήμερα

Σαν σήμερα 22 Οκτωβρίου 1937 γεννήθηκε ο Μάνος Λοΐζος










Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2012

Τα παραμύθια τελειώνουν


Ας τελειώσουν τα παραμύθια. Ξαφνικά είδαν το φως της δημοσιότητας οι αυτοκτονίες εδώ και δυο χρόνια. Η αλήθεια είναι ότι ο αριθμός τους δεν είναι μεγαλύτερος από αυτόν πριν πέντε- έξι χρόνια. Ξαφνικά είδαν ότι οι τιμές στα προϊόντα είναι μεγάλες. Η αλήθεια είναι ότι «φούσκωσαν» μια συγκεκριμένη περίοδο ξαφνικά και από τότε δεν ξεφουσκώνουν γιατί τα καρτέλ καλά κρατούν… Ξαφνικά είδαν ότι η ανεργία καλπάζει. Η αλήθεια είναι ότι η ανεργία ήταν πολλά χρόνια μεγάλη, απλά οι διαδικασίες, κτλπ δεν έδειχναν το πραγματικό ποσοστό. Επίσης η ελπίδα του ρουσφετιού κρατούσε τα στόματα κλειστά. Τώρα δεν υπάρχει ούτε αυτό. Ξαφνικά ανακαλύψανε τα δάνεια. Η αλήθεια είναι ότι τα δάνεια υπάρχουν από τότε που «φούσκωσαν» ξαφνικά οι τιμές, για αντίβαρο. Βεβαίως και επωφεληθήκαν και αυτοί που δεν μπορούσαν να δικαιολογήσουν των εύκολο και δυσανάλογο τους πλουτισμό, περνώντας δάνεια «βιτρίνας» που τα αποπλήρωσαν όμως με μεγάλη ευκολία και ξελάσπωσαν έτσι και από την ρετσινιά της αδικαιολόγητης περιουσίας. Βεβαίως και υπάρχουν και μερικοί ανεγκέφαλοι που θεωρούσαν «ανταγωνιστικό» να πάρουν ένα BMW η Mercedes, μια που το είχε πάρει και ο γείτονας τους- αυτός που όντως τα βαστούσε γιατί τα λεφτά προερχόταν από «κάτω από το τραπέζι» και καλυπτόταν με τα δάνεια «βιτρίνας». Βεβαίως ότι υπάρχουν και οι αφελής που ήθελαν «ένα κεραμιδί πάνω από το κεφάλι τους» και νόμιζαν ότι επί 30 χρόνια η δόση θα μείνει στο ύψους του ενοικίου, οπότε καλύτερα να «αγοράσουν». Τώρα η δόση δεν την καλύπτει ούτε ένας ολόκληρος μισθός… αν και πλήρωσαν 15-20 χρόνια, το σπίτι «τους» ανήκει στην τράπεζα. Υπάρχουν όμως και αυτοί (πολλοί δυστυχώς) που έπαιρναν τα δάνεια για θέρμανση, για κηδείες (όλα αυτά διαφημισμένα από τα ΜΜΕ και από όλες τις τράπεζες), για super-market η απλά  για να αποπληρώσουν τους υπέρογκους τόκους των άλλων δανείων. Όλοι αυτοί βρισκόταν από τότε κάτω από τα όρια της φτώχιας και δεν το (ανα)γνώρισαν. Έστω και αν δεν μίλησαν επειδή «θα έρθουν καλύτερες μέρες και θα γυρίσει ο τροχός», η επειδή αυτό έμαθαν να κάνουν μια ζωή: να κρατήσουν κλειστό το στόμα. Επιπλέον τι μπορούσαν να πουν- ότι ο γείτονας που έχει Mercedes δεν το πήρε και τόσο νόμιμα. Θα του είχαν πει απλά ότι «ζηλεύει» έναν «αυτοδημιούργητο». Το μόνο που του απέμεινε ήταν να δώσει πρότυπο «επιτυχίας» στα παιδιά του, τον «αυτοδημιούργητο» γείτονα και να τους πει: «Να, πάρε παράδειγμα από αυτόν και όχι από τον άλλον τον μ@λ@κ@». (Ο «μ@λ@κ@ς» ήταν αυτός που πάλευε «ρομαντικά» για τα παιδιά των άλλων σαν να ήταν δικά του.) Η αλήθεια είναι ότι τα ΜΜΕ μας έλεγαν με μεγάλη περηφάνια ότι το τραπεζικό ελληνικό σύστημα είναι πρώτος στην Ευρώπη σαν κέρδος και ξεχνάγατε αποβλακωμένοι πως έγινε αυτό το κέρδος και σε ποιανού τις πλάτες. Η αλήθεια είναι ότι χρόνια τώρα ακούγαμε στις τηλεοράσεις «έχω εμπιστοσύνη στην ελληνική δικαιοσύνη» όλους αυτούς που είχαν να πληρώσουν έναν δικηγόρο που ήταν «μεγάλος» γιατί «γνώρισε πολύ καλά» τον δικαστή. Η αλήθεια είναι ότι «σωτήρες» «αυτόφωροι», η και «ανεξάρτητοι» έγιναν ακριβώς τα τσιράκια των τραπεζιτών.
Η μεγάλη αλήθεια είναι ότι έβαζαν στο περιθώριο έναν πολιτικό που για πρώτη φορά (τουλάχιστον από πότε ζω εδώ) τα έβαλε με όλα αυτά τα κακός κείμενα και ακριβώς στην αποκορύφωση του αγώνα, όταν ήθελε να πληρώσουν και οι τραπεζίτες και οι μεγάλο- φοροφυγάδες.  Έναν πολιτικό που αναγνωρίζεται στο εξωτερικό, εκεί οπού η λέξη ΑΞΙΑ έχει την πρέπουσα βαρύτητα. Η αλήθεια είναι ότι τον φοβούνται ακόμα, γιατί είναι όρθιος και παλεύει για τους Έλληνες από κάθε μετερίζι. Η αλήθεια είναι ότι κανείς μέχρι τώρα δεν έχει δώσει μια συγκεκριμένη πρόταση για το πώς να βγούμε από τον γκρεμό, αλλά με την ανούσια κριτική, η και προδοσία (πρώτα απ’ όλα κατά της Ελλάδας, όπως αποδειχθεί εκ των υστέρων), μας έσπρωχνε ακόμα πιο βαθιά. Η αλήθεια είναι ότι ένας χρόνος τώρα δεν έγινε απολύτως τίποτα για την Ελλάδα και για τους Έλληνες, ούτε καν οι διαδηλώσεις που σάρωσαν πέρσι. Τουλάχιστον όχι εναντίον Ελλήνων πολιτικών που μας κυβερνούν ένα χρόνο τώρα. Απλά υπάρχει μια αντιπολίτευση που έχει την λογική του «ώριμου φρούτου». Όταν θα πέσει, θα τον μαζέψουνε απλά.
Και η δική μου αλήθεια είναι ότι σιχάθηκα να ακούω ότι με το να περιμένεις στον καναπέ να αλλάξει κάτι, η να σε φωνάξει κάποιος, η με το να «ζήσεις τις απλές στιγμές» (που σε κάνουν να νιώθεις μικρός στην ουσία), τα λύνεις όλα. Ότι οι καθαροί βρίσκονται μόνο εκτός κoμμάτων η στα μοναστήρια. Υπάρχουν και εκεί στα κόμματα (έστω και παραγκωνισμένοι) οπού δίνουν την πιο μεγάλη μάχη της ζωής τους, αυτή που έβαλαν προορισμό της ζωής τους. Να φωτίζουν την γη και τους ανθρώπους με την αλήθεια της ψυχής και του μυαλού τους, να τα αλλάξουν όλα. Όπως επίσης σιχάθηκα να ακούσω τους «σωτήρες» να μιλήσουν για καινούργια «άφθαρτα» πρόσωπα, όταν το μόνο που θέλουν είναι να επιβάλουν και πάλι άλλα τσιράκια, που να είναι έτοιμοι να υπακούσουν χωρίς να ρωτάνε, για προσωπική τους αναρρίχηση και μόνο, αυτούς που ακόμα δεν πρόλαβαν και περιμένουν την σειρά τους για «μια από τα ίδια».
Το κλειδί, φίλοι μου, είναι στο να βρούμε και να επιβάλουμε αδιάφθορα πρόσωπα (παλιά η καινούργια δεν έχει σημασία), που να θέλουν με την καρδιά τους και να μπορούν με το πνεύμα τους, αυτούς που την προφορά την κάνουν τρόπο ζωής και όχι ρητορείας. Αυτούς που τους ονομάζατε ρομαντικούς «μ@λ@κες», αυτούς που συνεχίζουν να πιστεύουν σε ένα καλύτερο αύριο για όλους. Όλοι τους ξέρουμε. Είναι αυτοί που παραγκωνιστήκαν με όλους τους τρόπους για να μην φανούν, έτσι ώστε να μην υπάρχει μέτρο σύγκρισης.
Επειδή η αλήθεια είναι μια -μην σας κάνουν πάλι τα παπαγαλάκια (γνωστά η άγνωστα) να την «βλέπετε» από την δική τους οπτική γωνιά. Γιατί έτσι, πραγματικά τελειώνουν, αργά η γρήγορα, όλα τα παραμύθια και όλα θα φανούν σαν ψέμα σε έναν κόσμο δίχως ελπίδα και δίχως φως.

Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2012

Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2012

Χρυσαυγίτες χτύπησαν δύο μετανάστες στο Λαύριο



Στη Νεάπολη του Λαυρίου χθες το μεσημέρι, φορτηγό βαν με καλυμμένες πινακίδες σταμάτησε σε πλυντήριο αυτοκινήτων και από μέσα βγήκαν τουλάχιστον 10 άτομα με μπλούζες της Χρυσής Αυγής. Με λοστάρια χτύπησαν άγρια δύο Πακιστανούς που εργάζονταν εκεί, και προκάλεσαν φθορές στην επιχείρηση. Το ένα από τα δύο θύματα τραυματίστηκε σοβαρά και μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο.

  Ευθύνες στην αστυνομία καταλογίζει σε ανακοίνωσή του το Εργατικό Κέντρο Λαυρίου.
Μαρτυρία αναγνώστη που βρέθηκε στο νοσοκομείο και είδε τον τραυματία – δική του και η φωτογραφία του χτυπημένου εργαζόμενου:
«Χθες το απόγευμα, Παρασκευή 5 Οκτωβρίου, γύρω στις 6 το απόγευμα,  έτυχε να βρίσκομαι στα εξωτερικά ιατρεία του Νοσοκομείου Γεννηματά συνοδεύοντας συγγενή μου και είδα έναν συνάνθρωπό μας, Πακιστανικής καταγωγής,  σοβαρά χτυπημένο στο κεφάλι και στο χέρι. Αμέσως κατάλαβα ότι ήταν θύμα ρατσιστικής επίθεσης και πλησίασα για να δω τι συμβαίνει. Τον συνόδευε ένας συμπατριώτης του και 2 άνδρες της ασφάλειας – αυτό το έμαθα αφού τους ρώτησα ποιοί είναι και τι έχει συμβεί. Δεν έλεγαν και πολλά και σκέφτηκα να φωτογραφήσω για να υπάρχουν στοιχεία…. Ενοχλήθηκαν οι ασφαλίτες αλλά εγώ συνέχιζα να ρωτάω και τελικά έμαθα ότι ό άνθρωπος που χτυπήθηκε είχε πάει σε ένα βενζινάδικο και περίμενε τον φίλο του να τελειώσει τη δουλειά για να φύγουν. Ξαφνικά κάποια στιγμή σταματάει ένα φορτηγάκι βαν,  βγήκαν από μέσα πάνω από 5 άτομα με μαύρες μπλούζες που έγραφαν Χρυσή Αυγή -έχω την εντύπωση ό τι είπε ότι κάποιοι φόραγαν και κουκούλες.  Δεν μπόρεσα να  προσφέρω παραπάνω βοήθεια πέρα από ένα μπουκάλι νερό που τους πήγα και αυτό γιατί άρχισαν να με ρωτάνε οι ασφαλίτες ποιος είσαι και πώς λέγεσαι. Τους είπα πως είμαι μέλος του ΣΥΡΙΖΑ και ότι με ενδιαφέρει να γνωρίζω που θα απευθυνθεί το νομικό τμήμα και να ενημερωθεί για το φασιστικό και ρατσιστικό συμβάν, μου είπαν ότι θα πάρουν οδηγίες από τα κεντρικά και να μου πουν… Εκεί το σταμάτησα».
Για το θέμα εξέδωσε ανακοίνωση το Εργατικό Κέντρο Λαυρίου:
«Το Εργατικό Κέντρο Λαυρίου καταδικάζει την άνανδρη δολοφονική επίθεση σε συναδέλφους μας από μέλη της «Χρυσής Αυγής».
Αυτοί είναι οι Χρυσαυγίτες,  εγκληματίες άνθρωποι της εργοδοσίας, δειλοί, που χτυπάνε ανυπεράσπιστους μετανάστες. Αυτοί είναι που επώαζαν, χρόνια τώρα, στο χώρο του υποκόσμου και εμφανίζονται σήμερα ως δολοφόνοι με την ανοχή του αστικού κράτους.
Σήμερα χτυπάνε τους μετανάστες, αύριο θα χτυπάνε τους Ελληνες, γιατί αυτή είναι η φύση των φασιστών, η βία πάνω στους εργάτες για τη συνέχιση της κερδοφορίας των μονοπωλίων, στο όνομα της καθαρότητας της φυλής.
Ευθύνες βαραίνουν και την αστυνομία, που ενώ έγινε μια δολοφονική επίθεση από συμμορία, με αυτοκίνητο με καλυμμένες πινακίδες, δεν έκανε τίποτα παραπάνω από το να συγκεντρώσει τα στοιχεία από το σημείο του συμβάντος, όταν για να φύγει ένα αυτοκίνητο από το Λαύριο υπάρχουν μόνο δύο δρόμοι και θα μπορούσε κάλλιστα να τους μπλοκάρει και να κάνει τουλάχιστον την προσπάθεια να βρει τους υπεύθυνους της δολοφονικής επίθεσης.
Καλούμε όλα τα σωματεία και τους φορείς της Λαυρεωτικής να πάρουν θέση απέναντι στους φασίστες και να τους καταδικάσουν με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο, να απομονωθούν από παντού, να εξαφανιστούν.
Τα ΜΑΤ, χτες, χτύπαγαν τους εργάτες των ναυπηγείων, σήμερα οι χρυσαυγίτες τους μετανάστες, ιδού τα δύο άκρα, από τη μια το κεφάλαιο με τους μηχανισμούς του, το αστικό κράτος, το παρακράτος, τους χρυσαυγίτες και από την άλλη οι εργάτες, οι μετανάστες, τα λαϊκά στρώματα που υποφέρουν από την αντιλαϊκή λαίλαπα».
πηγή

Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2012

Χώρα Θεά

μια χώρα που έχω
βαθιά ερωτευτεί
μια χώρα Θεά,
που μου βάζει φωτιά,
μια χώρα που αρχίζει
εκεί που ο νους σταματά